Κωνσταντίνος Χατζόπουλος: Πρωτοπόρος του δημοτικισμού και του σοσιαλισμού

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος: Πρωτοπόρος του δημοτικισμού και του σοσιαλισμού

Ο ποιητής, πεζογράφος και διανοούμενος Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, ένας εκ των πρωτοπόρων του δημοτικισμού και του σοσιαλισμού στη χώρα μας, γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1868.

Γιος του Ιωάννη Χατζόπουλου και της Θεοφανής Δάτσικα (ψυχοκόρης του Σωτήρη και της Ελένης Στάικου), ο Κωνσταντίνος φοίτησε στο σχολαρχείο της γενέτειράς του, ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Μεσολόγγι και ακολούθως σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Από το 1889 έως το 1891 ο Χατζόπουλος υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στην Κέρκυρα ως έφεδρος ανθυπολοχαγός .

Μετά την απόλυσή του άσκησε κάποια χρόνια τη δικηγορία στο Αγρίνιο, αλλά στη συνέχεια εγκατέλειψε το επάγγελμά του και έστρεψε το ενδιαφέρον του προς τα γράμματα.

Το 1893 εγκαταστάθηκε  στην Αθήνα, όπου είχε ενεργό ανάμειξη στη λογοτεχνική ζωή της πόλης, όπως εξάλλου και ο αδελφός του Δημήτριος (Μήτσος) Χατζόπουλος, δημοσιογράφος και λογοτέχνης, γνωστός με το ψευδώνυμο Μποέμ.

Το 1897 ο Χατζόπουλος έλαβε μέρος ως έφεδρος αξιωματικός του Στρατού στον ατυχή Ελληνοτουρκικό Πόλεμο.

Μετά τη λήξη του πολέμου επέστρεψε στην Αθήνα και εξέδωσε το φιλολογικό περιοδικό «Η Τέχνη», το οποίο, παρά το βραχύ βίο του (Νοέμβριος 1898-Οκτώβριος 1899), διακρίθηκε για την ποιότητα της ύλης του και την επαφή του με τα νέα ευρωπαϊκά ρεύματα στο θέατρο, στη λογοτεχνία κ.λπ.

Το 1900 ο Χατζόπουλος αναχώρησε για τη Γερμανία, προκειμένου να μελετήσει συστηματικά τη γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία.

Άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Δρέσδης (εκεί νυμφεύτηκε μάλιστα τη φινλανδή ζωγράφο Sunny Häggmann, με την οποία απέκτησε μία κόρη), ενώ ίδρυσε ως φορέας του δημοτικισμού Αδελφάτα της Δημοτικής στο Μόναχο και στο Βερολίνο.

Σε αυτά συγκεντρώνονταν έλληνες αλλά και γερμανοί διανοούμενοι που ενδιαφέρονταν για το ελληνικό γλωσσικό ζήτημα.

Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία ο Χατζόπουλος δέχτηκε την επίδραση των σοσιαλιστικών ιδεών, γεγονός που τον ώθησε αφενός στην ίδρυση της Σοσιαλιστικής Δημοτικιστικής Ένωσης (με σκοπό τον παράλληλο αγώνα για τη δημοτική και το σοσιαλισμό) και αφετέρου στη μετάφραση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου των Μαρξ και Ένγκελς στη δημοτική (το μεταφρασμένο κείμενο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στον «Εργάτη», σοσιαλιστική εφημερίδα του Βόλου, το 1908).

Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το 1914, ο Χατζόπουλος επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου αποστασιοποιήθηκε από το Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών (υπήρξε εκ των συνιδρυτών του) και άρχισε να δημοσιεύει διηγήματα και μυθιστορήματα που είχε γράψει κατά καιρούς στην Ελλάδα και τη Γερμανία.

Το 1916 ο Χατζόπουλος έλαβε μέρος στην ίδρυση της Εταιρείας Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.

Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος απεβίωσε πάνω σε ένα ιταλικό ατμόπλοιο, εν πλω προς το Μπρίντιζι της Ιταλίας, τον Ιούλιο του 1920 (ως επικρατέστερη ημερομηνία αναφέρεται στις σχετικές πηγές η 22α Ιουλίου).

Κηδεύτηκε και ετάφη στο Μπρίντιζι, ενώ πολλά χρόνια αργότερα τα οστά του μεταφέρθηκαν από την κόρη του στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Ο λογοτέχνης

Ο Χατζόπουλος πρωτοεμφανίστηκε στη νεοελληνική λογοτεχνία το 1884 με τη δημοσίευση ποιημάτων του στο περιοδικό «Εβδομάς» του Δημήτρη Καμπούρογλου, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Πέτρος Βασιλικός.

Αργότερα, μετά τη μύησή του στο σοσιαλισμό και στις νεωτερικές τότε απόψεις περί ρεαλισμού, ο Χατζόπουλος επιχείρησε να αναπαραστήσει με όσο το δυνατόν πιο πιστό τρόπο τη ζωή της ελληνικής επαρχίας, έχοντας κατά νουν όχι μόνο να απεικονίσει τα κρατούντα ήθη αλλά και να καταγγείλει εμμέσως την οπισθοδρομικότητα της αγροτικής κοινωνίας και το πνιγηρό περιβάλλον σε κάθε εκδήλωση της καθημερινότητας.

Πάντως, ο Χατζόπουλος όχι μόνο κατάφερε να απαγκιστρωθεί σύντομα από το αρχικό ιδεώδες των νατουραλιστών συγγραφέων περί ρεαλιστικής απόδοσης των γενικών όρων που χαρακτήριζαν το καθεστώς της ελληνικής υπαίθρου των αρχών του 20ού αιώνα, αλλά και κατόρθωσε να εμβαθύνει περισσότερο στα αίτια της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Ο Χατζόπουλος συνεργάστηκε, κυρίως ως κριτικός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής, με περιοδικά όπως «Ο Νουμάς», «Διόvυσος», «Η Νέα Ζωή», «Γράμματα» (Αλεξανδρείας) κ.ά.

Την ποιητική δημιουργία του συνθέτουν τέσσερις συλλογές: «Τα τραγούδια της ερημιάς» (1898), «Τα ελεγεία και τα ειδύλλια» (1898), «Απλοί τρόποι» (1920), «Βραδινοί θρύλοι» (1920).

Στο πεζογραφικό του έργο συγκαταλέγονται τρεις συλλογές διηγημάτων («Αγάπη στο χωριό», 1910, «Τασώ, στο σκοτάδι», 1916, «Η Αννιώ κι άλλα διηγήματα», 1923, μεταθανάτια έκδοση), το διήγημα «Υπεράνθρωπος» (1915), καθώς και τα μυθιστορήματα «Ο πύργος του Ακροπόταμου» (1915) και «Φθινόπωρο» (1917).

Ο Χατζόπουλος μετέφρασε αρκετά έργα του ευρωπαϊκού δραματολογίου, όπως τον «Φάουστ» και την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Γκαίτε, την «Ηλέκτρα» του Χόφμανσταλ, τον «Επιθεωρητή» του Γκόγκολ κ.ά.

Προς τιμήν και εις μνήμην του σημαντικού αγρινιώτη λογοτέχνη, αυτής της ενδιαφέρουσας και πολυσχιδούς προσωπικότητας, ιδρύθηκε το 1959 ο Φιλολογικός και Λογοτεχνικός Όμιλος Αγρινίου «Κωνσταντίνος Χατζόπουλος».

*Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, πορτρέτο του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου φιλοτεχνημένο από τη Μαρία Σωζοπούλου.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Ρεπορτάζ -Πηγή: Βαγγέλης Στεργιόπουλος Σύνδεσμος

Άλλα τελευταία άρθρα Κατηγορίας